Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα. Τελεία! Αυτό θα μπορούσε να είναι ολόκληρο το αφιέρωμα στον ποδοσφαιρικό μύθο που έφυγε, στα 60 του από τη ζωή πριν από ακριβώς ένα χρόνο. Τι άλλο θα χρειαζόταν; Ποιος δεν τον γνωρίζει; Ποιος δεν τον έχει θαυμάσει; Ποιος δεν έχει στενοχωρηθεί για τον τρόπο που αντιμετώπισε τον εαυτό του κατά καιρούς; Ποιος δεν έχει ζηλέψει το ταλέντο του; Ποιος δεν έχει συγκινηθεί από την ασταμάτητη, ακούραστη μάχη του για τους λιγότερο προνομιούχους; Για όσους αντιμετώπιζαν προβλήματα, υγείας, επιβίωσης, ίσων ευκαιριών;

Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα. Τελεία! Υπήρξε one of a kind. Μοναδικός. Και θα είναι και ανεπανάληπτος. Και δεν εννούμε πδοσφαιρικά. Η σύγκριση ποδοσφαιρικών μεγεθών που ανήκουν σε διαφορετικές δεκαετίες είναι ίσως γοητευτική. Αλλά είναι και ανούσια. Δε μπορεί να παράγει αποτελέσμα, διότι συνιστά σύγκριση ανομοίων ειδών. Μήλα με πορτοκάλια.

Γράφει ο Στέλιος Μαρκάκης

Το ποδόσφαιρο του 1980 δεν είχε καμία σχέση με αυτό του 1960. Αλλά ούτε με του 2000. Όπως και το ποδόσφαιρο του 2000 δεν έχει σχέση με το σημερινό. Όλα είναι διαφορετικά. Τακτικές, προπονήσεις, σωματοδομές, διαιτησία, κανονισμοί, ιατρικές τεχνικές, συμπληρώματα διατροφής, επιστημονικά βοηθήματα κάθε είδους, σωματικός και ψυχολογικός φόρτος από το πλήθος αγώνων κάθε σεζόν… Τίποτε δεν είναι ίδιο.

Ανούσια η σύγκριση με οποιονδήποτε άλλον

Ο Μαραντόνα δεν μπορεί να συγκριθεί με τον Πελέ. Αλλά ούτε με τον Μέσι ή τον Ρονάλντο ή οποιονδήποτε από τους “μικρούς θεούς” της μπάλας της προηγούμενης ή προπροηγούμενης δεκαετίας. Ούτε η στατιστική μπορεί να προσφέρει κοινό υπόβαθρο για να εξαχθούν ασφαλείς συγκρίσεις, ούτε κάτι άλλο. Ο Ντιέγκο μπορεί να μην άντεχε τα 60-70 ματς (και ταξίδια) το χρόνο. Ο Μέσι μπορεί να έσπαγε στα δύο από τα φάουλ της εποχής Ντιέγκο. Η ιστορία δε γράφεται με “αν”. Και, άλλωστε, να το πούμε για μία ακόμη φορά: το θέμα δεν είναι αμιγώς ποδοσφαιρικό. Τεχνικής, ντρίπλας, ευχέρειας στο σκοράρισμα.

Ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα δεν έμεινε στην ιστορία γι’ αυτά. Για το γκολ του κατά της Αγγλίας στο Μεξικό. Για τα “μαγικά” του στο γήπεδο. Για την ποδοσφαιρική του ιδιοφυία, Έμεινε και γι’ αυτά, αλλά όχι κυρίως γι’ αυτά. Βγήκαν κι άλλοι ντριπλέρ-ζογκλέρ. Κι άλλοι δεινοί σκόρερ. Κι άλλα ποδοσφαιρικά “κομπιούτερ”. Κι άλλοι πολιτικοποιημένοι και κοινωνικά ευαισθητοποιημένοι ποδοσφαιριστές. Ντιέγκο, δε βγήκε άλλος.

Κι αυτό επειδή το ποδόσφαιρο για τον Ντιέγκο δεν ήταν αυτοσκοπός. Ήταν μέσο! Μέσο έκφρασης ενός καλλιτέχνη. Μέσο διάδοσης των ιδεών ενός επαναστάτη. Όπλο για να επανορθώνει αδικίες. Μέσο εξιλέωσης για μια ζωή μυθιστορηματική, με πολλές σκοτεινές πλευρές. Σε μια εποχή που έννοιες όπως το twitter, το instagram και τα τηλέφωνα με σύνδεση στο ίντερνετ και κάμερες των… 128 MP ανήκαν στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας., ο Ντιέγκο κατάφερε το αδιανόητο. Άγγιξε τις ψυχές εκατομμυρίων ανθρώπων με το να είναι απλώς ο εαυτός του.

Όχι “θεός”. Άνθρωπος με Άλφα κεφαλαίο!

Η πιο κοινότυπη έκφραση για τον Ντιέγκο ήταν “θεός του ποδοσφαίρου”. Τον υποτιμά. Ο Ντιέγκο ήταν Άνθρωπος με Α κεφαλαίο. Ένας από εμάς. Με το υπερφυσικό ταλέντο, αλλά και τις μεγάλες αδυναμίες του. Με τις εμμονές, αλλά και τους οραματισμούς του. Με τις καλές, αλλά και τις κακές του στιγμές. Τις ξέρουμε όλοι, αυτές τις τελευταίες.

Έμπλεξε με ναρκωτικά, με το αλκοόλ, με τη Μαφία. Έκανε δύο εξώγαμες κόρες, τη Ντάλμα και τη Τζανίνα, που, εν τέλει, λάτρεψε αλλά όχι πριν έλθει ακόμη και σε δικαστική προστριβή μαζί τους. Και με την πρώην σύζυγό του, Κλαούντια, που πίστευε ότι του έχει σουφρώσει αναμνηστικά από τη μεγάλη καριέρα του. Κάπνιζε, ξενυχτούσε, δεν πρόσεχε τα κιλά του, δεν προπονείτο σωστά, δεν έδωσε ποτέ το καλό αθλητικό παράδειγμα.

Την ίδια ώρα, έδινε το παρών του σε φιλικό ματς σε λασπωμένο γήπεδο επειδή το είχε ζητήσει ένα παιδάκι που επρόκειτο να υποβληθεί σε κρίσιμο χειρουργείο. Σε μια άλλη, κάπως παρόμοια περίπτωση, είπε στο θύμα ενός τροχαίου που τον είχε αφήσει σε αναπηρικό καροτσάκι: “Από σήμερα, τα πόδια μου είναι τα δικά σου πόδια”. Αντιμίλησε έως και στον Πάπα: “Υπάρχουν ορφανά που πεινάνε. Κι εδώ (σ.σ.: στο Βατικανό) βλέπω οροφές καλυμμένες με χρυσάφι. Πουλήστε τις, για τα παιδιά του κόσμου”. Δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να είναι “πολιτικά ορθός”. Μόνο δίκαιος με όσους ήταν αδικημένοι.

Ήταν πάντα το “κακό παιδί” για τη FIFA. Και γενικά για κάθε καθεστηκυία τάξη. Πήρε τη Νάπολη από το χέρι και την έκανε πρωταθλήτρια. Πρόσφερε στους “terroni“, τους “λασπάνθρωπους”, όπως τους αποκαλούν οι σνομπ πλούσιοι κάτοικοι της Βόρειας Ιταλίας, την πιο γλυκιά εκδίκησή τους.

Πρόσφερε στην Αργεντινή έναν παγκόσμιο τίτλο που έμεινε ιστορικός. Ίσως, από ‘κει που βρίσκεται, να πρόσφερε κάπως και στον αγαπημένο του Μέσι, το περσινό Κόπα Αμέρικα, που στην ουσία αποτέλεσε ως διοργάνωση έναν άτυπο φόρο τιμής στο μεγαλείο του.

Ο φίλος του Φιντέλ με το τατού του Τσε στο μπράτσο…

Το μεγαλείο του που δεν ήταν ποδοσφαιρικό μόνο. Είπαμε. Για τον Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα, το φίλο του Φιντέλ Κάστρο με το τατού του Τσε Γκεβάρα στο μπράτσο το ποδόσφαιρο ήταν μέσο, όχι σκοπός. Γεννήθηκε στη φτώχεια και αγάπησε τους φτωχούς. Και δεν τους ξέχασε όταν έγινε μεγάλος, τρανός και πλούσιος. Τον έλεγαν χοντρό, τραχύ, αμόρφωτο. Αδιαφόρησε. Πήρε το ένα δώρο που του χάρισε η φύση, την ιδιαίτερη σχέση του με τη μπάλα και το έκανε δώρο για όλους. Έγινε σύμβολο και έτσι κέρδισε την αθανασία.

Ακόμη κι αν ο αδόκητος χαμός του θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί, ακόμη κι αν προήλθε όντως από ιατρική αμέλεια, όπως παντού διατρανώνουν οι κόρες του οτι συνέβη, δεν έχει σημασία. Ο θάνατος έρχεται για όλους μας, αργά ή γρήγορα. Αλλά το να ζήσεις μια ζωή που θα φυτέψει ελπίδα στις ψυχές όσων καταπιέζονται, πεινούν και βιώνουν κατατρεγμό και ανισότητα, δεν το καταφέρνουν πολλοί. Ελάχιστοι το καταφέρνουν και γι’ αυτό δεν πεθαίνουν, πραγματικά, ποτέ.

Η ενσάρκωση της ελπίδας για όλους τους αδικημένους…

Ο Ντιέγκο Αρμάντο το κατάφερε. Όπως έχει πει γι’ αυτόν ο Μαρσέλο “Ελ Λόκο” (“ο τρελός”) Μπιέλσα, ο Μαραντόνα “ήταν η ενσάρκωση της ελπίδας για τους περιθωριοποιημένους, τους αδικημένους, τους φτωχούς… Η ελπίδα πως κι εκείνοι μπορούν να πετύχουν. Ότι μπορούν να αγγίξουν τον ουρανό κάποια μέρα”.

Γι’ αυτό και το πένθος από το χαμό του ήταν βαρύ και ειλικρινές. Και στην πατρίδα του και στη Νάπολη όπου λατρεύτηκε. Και η είδηση του θανάτου του έπεσε σαν κεραυνός, με τους παρουσιαστές να δακρύζουν και τον κόσμο να ξεχύνεται στους δρόμους, παρά τα μέτρα για την πανδημία…

Σα σήμερα, πριν από ένα χρόνο, δυστυχώς και ο ουρανός αποφάσισε να αγγίξει τον Ντιέγκο. Ο θεός που ήταν Άνθρωπος, ο δικός μας Άνθρωπος έφυγε από τη ζωή. Τα όσα πέτυχε όμως και πάνω απ’ όλα, τα όσα ενέπνευσε είναι ακόμη και για πάντοτε εδώ. Η ιστορία του είναι τόσο μεγάλη και σπουδαία που μπορεί να γραφτεί σε τέσσερις λέξεις και δυο σημεία στίξης. Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα. Τελεία! Και το θαυμαστικό είναι, στην περίπτωσή του, απόλυτα δικαιολογημένο…