Μπαλοτέλι: ο τρελο-Μάριο που ποτέ δεν έγινε σούπερ… Αυτές οι εννιά λέξεις αρκούν για να περιγράψουν τον (ποδοσφαιρικό και όχι μόνο) βίο και πολιτεία του 31χρονου επιθετικού. Για τον οποίο δύο πράγματα ήταν πάντοτε ολοφάνερα. Ότι είχε σπουδαίες ικανότητες. Και ότι ποτέ δε βρήκε τρόπο να τις αξιοποιήσει όσο έπρεπε -και όσο θα του άξιζε.

Στην καριέρα του μόνο ο μέντοράς του, Ρομπέρτο Μαντσίνι μπόρεσε να τον κρατήσει σχετικά πειθαρχημένο και σοβαρό. Στην Ίντερ, όπου του έδωσε φανέλα βασικού, το 2007.  Μόλις όμως ο Μαντσίνι έφυγε και ήλθε ο Μουρίνιο, η ρήξη δεν άργησε πολύ. Ο Μαντσίνι του έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία, στη Σίτι. Αλλά “κατόρθωσε” να μαζέψει τέσσερις κόκκινες σε μια σεζόν. Έφτασε να τσακωθεί έως και με τον ποδοσφαιρικό του πατέρα σε μια προπόνηση και έφυγε κι από ‘κει.

Στη Μίλαν, που ακολούθησε τον υποδέχθηκαν εν χορδαίς και οργάνοις. Αλλά η συμπεριφορά του δεν είχε βελτιωθεί. Οι οπαδοί, κυρίως της Γιούβε και της Ίντερ ήξεραν, από το πρώτο πέρασμά του από το Μιλάνο, ότι οι αντιδράσεις του παίκτη σε τυχόν ρατσιστικά συνθήματα εναντίον του θα τον αποσυντόνιζαν. Επιστράτευσαν το άθλιο αυτό τέχνασμα πολλές φορές. Και τον αποσυντόνισαν, εν τέλει. Όχι δηλαδή ότι ήταν και συγκροτημένος ποτέ, παρότι στο γήπεδο έκανε όχι και λίγα μαγικά..

Μια φθίνουσα πορεία για ένα μεγάλο ταλέντο…

Ακολούθησε η Λίβερπουλ, η επιστροφή στη Μίλαν ως δανεικός, η Νις, ο δανεισμός στη Μαρσέιγ, η Μπρέσια, η Μόντσα, τώρα πλέον η τουρκική Αντάνα Ντερμισπόρ… Μια πορεία ολοένα και φθίνουσα, δηλαδή. Καθόλου αντάξια ενός παίκτη που θα μπορούσε να έχει τεράστια καριέρα…

Σχεδόν απ’ όπου πέρασε όλοι είχαν να λένε για τις δεξιότητές του. Αλλά και την τελείως αδέξια διαχείριση του εαυτού του…

Παιδί Γκανέζων μεταναστών ο Μάριο Μπαργουά γεννήθηκε στο Παλέρμο της Σικελίας, τον Αύγουστο του 1990. Η οικογένεια μετακόμισε στη Μπρέσια. Και εκεί, επειδή δεν μπορούσαν να τον συντηρήσουν, τον έδωσαν στην οικογένεια του Φραντσέσκο και της Σίλβια Μπαλοτέλι. Δεν τον υιοθέτησαν επίσημα -γι’ αυτό και την ιταλική υπηκοότητα την πήρε αφότου έκλεισε τα 18.

Θεωρεί όμως τη Σίλβια μητέρα του, το Μπαλοτέλι πατρικό του επώνυμο και την Ιταλία πατρίδα του. Και τη Μπρέσια πόλη του. Στο πέρασμά του το 2019-20 από την ομάδα της, που είναι και η ομάδα της καρδιάς του, θα περίμενε κανείς να έχει βρει το λιμάνι του. Ο Φινλανδός Σίμον Σκραμπ, που συνυπήρξε μαζί του από το Γενάρη ως το καλοκαίρι του ’20, όμως, αποκάλυψε ότι η περίπτωση του Μάριο είναι μάλλον αδιόρθωτη…

“Με λακ και αναπτήρα κυνηγούσε ανθρώπους να τους κάψει..”

«Από την αρχή σκέφτηκα ότι είναι καλό παιδί. Επειδή κανείς στη Μπρέσια δε μιλούσε αγγλικά,  ήταν και ο μεταφραστής μου. Ήταν και κάτι σαν αρχηγός της ομάδας. Και όλα πήγαιναν καλά”, θυμάται ο Σκραμπ. “Μετά όμως ήλθε ο κορωνοϊός και το lockdown και κάπου χάθηκε. Τι να πω;  Ο Μπαλοτέλι κυνηγούσε ανθρώπους, να τους βάλει φωτιά κρατώνας ένα μπουκάλι με λακ για τα μαλλιά κι έναν αναπτήρα!. Τελείως απρόβλεπτος. Περίεργος τύπος…  Ήταν ικανός για όλα»

Ήταν, πράγματι, ικανός για όλα. Δυστυχώς, όχι μόνο για τα καλύτερα, αλλά και για τα χειρότερα. Ένας Μάριο που θα μπορούσε να είναι κυριολεκτικά σούπερ, αλλά αδίκησε κατάφωρα τον εαυτό του και το ταλέντο του. Κρίμα. Κυρίως για τον ίδιο…